Bewertung von stella1 im Detail
stella1
Αθήνα, Griechenland98%
Στην Ακρόπολη των Αθηνών πήγα τις εποχές εκείνες, τις παμπάλαιες, τότε που δεν είχε σεντόνια να την κρύβουν, σκαλωσιές να την ασχημαίνουν, φρουρούς πολλούς να σε κατατρέχουν...
Ήταν άνοιξη του χίλια εννιακόσια τόσο και μην ζητάτε του πόσο.
Ήταν άνοιξη λοιπόν, κι εγώ φιλοξενούσα ένα άγνωστο μέχρι τότε, μέλος, του εν ΗΠΑ, εδρεύοντος παρακλαδιού της οικογένειας.
'Αλλη μια ξαδέλφη λοιπόν, με απαιτήσεις για άμεση κατανάλωση ΜcDonalds και KFC, αλλά πού να τα βρεις στην Αθήνα του τότε.... Μετά τις γαστρονομικές αναζητήσεις, βγήκαν στη φόρα και τα βίτσια.
"Θέλω φωτογραφίες του σκοταδιού και της αυγής..." δήλωσε και πήραμε τους δρόμους της νύχτας.
Έφτασε και η ώρα της Ακρόπολης.
"Νο, δεν επιτρέπεται η επίσκεψη, τη νύχτα" είπα, και συμφωνήσαμε να πάμε το πρωί.
Ήταν 5,30 όταν φτάσαμε στην είσοδο του αρχαιολογικού χώρου, μαζί με κάποιους που κοιμόντουσαν στα παγκάκια, δυο τρεις οδοκαθαριστές και καμιά δεκαριά αδέσποτα.
Για να περάσουμε πρώτοι πιάσαμε πόρτα, τόσο στενά , που σε λίγο εμποδίζαμε την κίνηση των φυλάκων. Όσο και να προσπαθούσαν να μας μετακινήσουν, ρούπι δεν κουνηθήκαμε, προβάλλοντας εντέχνως τα φωτογραφικά μας σύνεργα.
Λίγο πριν τις έξι, μας λυπήθηκαν.
"Άς την να βγάλει φώτο της νύχτας" μου ψιθύρισαν, "εσύ κοίτα την αυγή"...
Ανεβήκαμε μόνες μας στον Ιερό Βράχο. Κάθε βήμα και ένας ήχος, μια σκέψη... Πρώτη φορά ένοιωσα την Ακρόπολη δική μου. Πρώτη φορά κατάλαβα ότι περπατούσα στην Ιστορία. Μοναδικό το συναίσθημα να έχεις κατάδικό σου ένα αρχαιολογικό μνημείο.
Κάθε μέτρο που διανύαμε, ο ναός αποκαλύπτετο, σκοτεινός, στα μέρη που ακόμα δεν έφεγγαν τα φώτα.
Φτάσαμε επάνω. Τα φώτα σβύσαν. Η ημέρα ερχόταν. Η Αθήνα προσπαθούσε να ξυπνήσει. Οι ήχοι της αχνοί, απόμακροι, λες και η πόλη βρισκόταν χιλιόμετρα μακριά.
Τυλίχτηκα στη ζακέτα, για να προφυλαχτώ από την ανοιξιάτικη δροσιά και ανέβηκα τα σκαλοπάτια του Παρθενώνα. Πέρασα ανάμεσα από τις κολώνες, χαϊδεύοντας τις μαρμάρινες πτυχές. Το κρύο με διαπέρασε. Το μάρμαρο παλλόταν.
Η πρώτη αχτίδα του ήλιου, όρμησε ανάμεσα στις κολόνες και με άγγιξε.
Έτρεξα από κολόνα σε κολόνα, παιχνιδίζονας με τις αχτίδες, σαν να κρυβόμουν από τη μέρα.
Το φως ερχόταν και ο μαρμάρινος Παρθενώνας άστραψε ολάκερος. Εγινε ανάλαφρος, αέρινος θαρρείς.
Άλαλη παρακολουθούσα το θέαμα, ξεχνώντας τα πάντα. Την ξαδέλφη, την μεγάλη Αθήνα, τις μικρές έγνοιες. Χάθηκαν όλα, μπρος στο μεγαλείο του αρχαίου ελληνικού θαύματος.
Κάπου στο βάθος είδα την ξαδέλφη να τρέχει αλαφιασμένη σκοντάφτοντας στις πέτρες, για να προλάβει να πιάσει με τη μηχανή της το θέαμα.
Πόσο μάταιη, σκέφτηκα. Φυλακίζεται το θαύμα?
Πόση ώρα πέρασε, δεν ξέρω...
Οι φύλακες με βρήκαν να έχω βγάλει τα παπούτσια μου και να περπατώ πάνω στο σημείο που ήταν ο βωμός, προσπαθώντας να νοιώσω τη δύναμη του γεωδετισμού.
Γέλασαν και πλησίασαν.
Μου έτειναν τα χέρια και σχηματίσαμε άλυσο. Κλείσαμε τη ζωοποιό δύναμη ανάμεσά μας και η έκρηξή της, μας συντάραξε.
Με παραξένεψε η κίνησή τους και τους το είπα, όταν τα πράγματα ηρέμησαν.
Ποιος ζει όλη του τη ζωή κάτω από τη σκια του Παρθενώνα και δεν γνωρίζει ή δεν αναζητά τα μυστήρια του ναού?
Πόσο δίκιο είχαν....
Τα κλικ κλικ της μηχανής, μας συνέφερε.
Η αμερικάνα μας φωτογράφιζε γελώντας.
Συρτάκι, συρτάκι? ρώτησε και πάτησε ακόμα μια φορά το κλικ, για να αποτυπώσει το "συρτάκι" στον Παρθενώνα.
Akropolis von Athen10